Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

Pure poetry…


"O Captain! My Captain!"



Βαγγέλη μου,
Σε βλέπω σκεπτικό και λυπημένο. Και αναρωτιέμαι: Πού είναι ο Βαγγέλης που όλοι αγαπήσαμε? Ποια μοίρα κακιά σε δέρνει σαν χταπόδι στα βράχια της Πειραϊκής? Ποια σουπιά σου πετάει μελάνι στα μούτρα? Γιατί η πορεία της ζωής σου δεν είναι ευθεία, αλλά στραβή σαν του κάβουρα? (κι η τσέπη σου το ίδιο). Ποιοί καρχαρίες θέλουν να φάνε το βιός σου? Ποια σαλάχια σε έχουν περικυκλώσει? Ποιοι ξιφίες θέλουν να σου βγάλουνε τα μάτια? Πού είναι τα νιάτα σου ορέ θράψαλο? Ποιοι λούτσοι βγήκανε μπροστά κι εσύ έμεινες πίσω να κοιτάς απορημένος σαν χάνος? Ποια καλαμαράκια γίνανε πρώτη μούρη στις ταβέρνες? Ποιος τσόγλανος γκρεμίζει τα παλάτια που με κόπο έχτισες στην άμμο? Ποιος, Βαγγέλη μου, ποιος κατουράει στη θάλασσά σου? Γιατί αυτός που το κάνει αυτό, να ξέρεις, μια μέρα θα το βρει στο αλάτι. Και της είπες: ’’Μην γυρίσεις πίσω Λώταινα να κοιτάξεις’’. Τον χαβά της αυτή. Γιατί εσύ, ο Βαγγέλης Ωμέγας κρέμασες την ψ…λή σου? (ψαροντουφεκοστολή εννοώ). Ποιοι χάρτες σου ζεστάνανε ξανά το μυαλό, ποιες θάλασσες στεγνώνουν στο μικρό σου κεφάλι? Οι φίλοι σου τα δελφίνια, είναι στο πλάι σου, αλλά εσύ δεν παίζεις άλλο μαζί τους. Υπάρχει κάπου στον βυθό, μία γοργόνα και για σε κι εγώ, ο μόυτσος-Φωτεινή-Clark Kent, όλο την ρωτάω καθώς την συναντάω: -Ζει ο Βάγγουρας γοργόνα μου? -Ζει και βασιλεύει, μου απαντά εκείνη, αλλά το λέει με πικρία κι έχει αφήσει εδώ και μήνες αξύριστη την μασχάλη της. Ξέχασες τότε, στο πρώτο ταξίδι που έτυχε ναύλος για τον νότο…δύσκολες βάρδιες, κακός ύπνος και μαλάρια… Πορεία νότια, πορεία σκοτεινή, κανένας δεν κοιμάται εδώ, ένα καράβι του νότου μυστικό... Είμαστε και οι δύο σκυφτοί στον χάρτη… ξέχασες όλα αυτά που σου ΄χα πει… -Βαγγέλη μου, να μην τις λες τις τροφές όσο κι αν επιμένουν οι πέστροφες. Κι εσύ τότε, άναψες την πίπα σου, ατένισες τα πέλαα (όσο και αν η μαϊμού που κάθοταν στον ώμο σου, σου έκλεινε τα μάτια) και μου απάντησες: -Θα μείνω πάντα ιδανικός και ανάξιος εραστής, των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων και θα πεθάνω μια βραδιά, σαν όλες τις βραδιές, χωρίς να σκίσω την θολή γραμμή των οριζόντων.



“ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΚΕΛΕΥΣΤΗ Ά ΤΟΥ ΒΟΤΣΗ”

Ήταν ένα καλό παιδί και ένα άξιο παλικάρι
Βαγγέλη τον ελέγανε κι είχε μεγάλα βάρη.
Βαριότανε ολημερίς, το βράδυ ξενυχτούσε
και μια αλήθεια στο ποτό να βρει όλο κοιτούσε.
Μα έβλεπε, τι έβλεπε, αφού είχε μυωπία
και ήταν και κακόμοιρος αφού δεν είχε μία.
Έτσι το αποφάσισε να πάει να κυνηγήσει
την τύχη του αλλού να βρει μπας και του τη γυρίσει.
Τα μάζεψε τα σώβρακα, δυο κάλτσες, δυο φανέλλες
κι ένα σουτιέν της πρώην του που είχε και μπανέλες.
Τα φόρτωσε στον σάκο του με δύο ξυραφάκια
και κλαίγοντας ψιθύρισε “Αντίο φιλαράκια”
Εκεί που πάω τώρα εγώ δεν πιάνει STAR TV
γεια σου κι εσένα Ρέιτσελ, Τζόυ μου και F.V.
Στην Βουλγαρία έφτασε μια νύχτα του Απρίλη
με μια χαρά κι έναν καημό να κρέμεται στα χείλη.
Την πάλευε, δεν την πάλευε μακριά από όλα κι όλους
κι έτσι έβαλε συνδρομητική να βλέπει έστω κώλους.
Τα χρόνια όμως περάσανε και πρόοδος καμία.
Ο ίδιος του παρέμεινε! Κι αυτό είναι μαλακία?
Μια μέρα εκεί στην ξενιτιά μόνος του μες στα κρύα
Κάθισε και τα μέτρησε κι είδε πως είχε τρία.
Τρία πουλάκια κάθονταν στην μέση στην βεράντα
“Χρόνια πολλά του λέγανε” “τώρα είσαι πια τριάντα”
Το παραμύθι έχαψε και κύλησε ένα δάκρυ.
Τριάντα χρόνια τώρα πια και πώς να βγάλεις άκρη.
Την μοίρα μου την άμοιρη, την τύχη μου την κάργια
Τα παρατώ όλα λοιπόν και πάω στα καράβια.
Κι όπως αυτός ταξίδευε πέρα στους πέρα κάμπους
Συνάντησε μια μικρά, ίδια η Παπαχαραλάμπους.
Του είπε πώς θα ήθελε τον κόσμο να γυρίσει,
αλλά αυτός της είπε πώς θα πάει να κατουρήσει.
Και βούτηξε στην θάλασσα, χωρίς όμως μπρατσάκια
Περνούσε ένα σκυλόψαρο, του φαγε τα παπάκια.
Αφού λοιπόν κατούρησε τα πέλαγα και τα όρη
Λαθρεπιβάτης έγινε σε τούρκικο βαπόρι.
Κι έτσι ο Βαγγέλης μας έγινε Αμπντούλ
Και παίζει τώρα πια στο τάβλι μόνο γκιουλ.
Μια νύχτα τα κατάφερε και έπιασε λιμάνι
Στη Σαλονίκη γύρισε μα πάλι χωρίς money.
Μα δεν βαριέσαι αδερφέ, τι να τα κάνεις τα φράγκα
Και τι τις θες τις γκόμενες άμα δεν βλέπεις tanga.
Στον Ήλιο που καθότανε, στον πάτο στο ποτήρι
Του ήρθε η θεία φώτιση να πάει σε μοναστήρι.
Κι έτσι όλοι τον χαιρέτισαν, κουνήσαν τα μαντήλια.
Τώρα ο αδερφός Ευάγγελος ανάβει τα καντήλια.



Αυτό είναι ρε ποίηση…

Στο μέρος που με πήγαινες, άνθισαν δυο γαρδένιες.
Μα τώρα που χωρίσαμε, πού είναι οι γαμημένες?
Τον κόσμο όλο έψαξα, να βρω σαν τις δικές μας.
Μα εσύ αγάπη μου γλυκιά και της ψ..λής σου τον χαβά,
έφυγες και μ’ άφησες μόνη μου μες στην πλάση
κι είπα πως καλύτερα τ'αρχ..ια να σου 'χα κλάσει.
Και το φεγγάρι κοίταζα, που ήταν κομμένο νύχι,
άλλο να σου το' λεγα και άλλο να σου τύχει.
Και κάπου πέρα μακριά, σε άλλον γαλαξία,
ένας φίλος απ’ τα παλιά, φίλος καλός με αξία
κι αυτός έρμος και μοναχός, από ψηλά το φεγγάρι κοιτούσε.
Έκλαιγε, έκλανε κι έχεζε, μα η καρδιά κι ο κώλος του πονούσε.
Έτσι το αποφάσισα και είπα πως θα αλλάξω.
Σελίδα στην καρδιά γυρνώ και από το σπίτι σου περνώ και ρίχνω ένα φλέμα.
Πράσινο, δεν ήταν πράσινο, μα κόκκινο σαν αίμα.
Κι σκύλος μου ο αγαπητός, σαν περπατούσε κι αυτός σκυφτός, τα λάστιχα σου κατουρά κι ας μου σπαράζει την καρδιά.
Σουτιέν που μου αγόραζες, τώρα δεν τα φοράω, χίλιες φορές καλύτερα ξεκώλι να γυρνάω.
Θα σε πλύνω απ’ το δέρμα μου με παχύρρευστη χλωρίνη, μα η μορφή σου από το νου να φύγει δεν μ’ αφήνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου